σασίμι

το, Ν
άκλ. σπεσιαλιτέ τής ιαπωνικής κουζίνας, που συνίσταται σε πολύ φρέσκο ψάρι το οποίο σερβίρεται ωμό σε ψιλές φέτες ή μικρούς κύβους γαρνιρισμένο με μια πράσινη καυτερή πάστα από χράνο και μια αλμυρή ή καυτερή σάλτσα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιαπ. sashimi].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.